Η συγγραφέας Μαρία Παπαγιάννη συζητά
με τους μαθητές/τριες
του Ομίλου Φιλαναγνωσίας
Υπεύθυνες καθηγήτριες: K. Φασόη, Μ. Γραμματά
«Οι αναγνώστες έχουν χίλιες ζωές, όσες ζωές όλοι οι ήρωές τους»
ΠΑΠΑ1.jpg

Πειραιάς, 17.1.2021

Μαθητές και μαθήτριες του Ομίλου Φιλαναναγνωσίας «Εφηβεία είναι, θα περάσει» του Γυμνασίου μας με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Παπούτσια με φτερά» συνάντησαν τη συγγραφέα και συζήτησαν μαζί της για την τέχνη της αφήγησης, για την εφηβεία, για την ίδια τη ζωή.

Μαρία Παπαγιάννη: - Κάθε φορά που με καλούν σε μια σχολική τάξη, σκέφτομαι και προσπαθώ να μπω στη θέση αυτών των παιδιών, δηλαδή προσπαθώ να με θυμηθώ την ηλικία τους, και είναι πάρα πολλά τα χρόνια που έχουν περάσει , σαράντα χρόνια πριν. Θυμάμαι όμως ότι εκείνα τα χρόνια, παιδιά, ήμουν θυμωμένη. Ήμουν θυμωμένη για πολλά πράγματα, με το σχολείο πολύ συχνά, με τους καθηγητές μου, που δε με καταλάβαιναν, με τον πατέρα μου , τη μητέρα μου , την αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη και μου έκανε την έξυπνη, αλλά από την άλλη μεριά εκτός από αυτό το θυμό, θυμάμαι και αυτή τη μεγάλη μαγεία της εποχής, τότε που πίστευα ότι θα ανοίξω την πόρτα, θα βγω έξω και θα αλλάξω τον κόσμο. Και αυτό το πράγμα, τη μαγική δύναμη που έχουν τα παιδιά στην ηλικία σας, είναι κάτι που μακάρι να την κρατήσετε για πάντα. Μεγαλώνοντας, έχω την αίσθηση ότι όλοι, σαν να είναι νομοτέλεια, παρόλο που κι εγώ στην ηλικία σας έλεγα ότι με τίποτα δε θα αλλάξω, αλλάζουν. Τελικά όμως όλο και λιγοστεύουν τα χρώματα με τα οποία βλέπουμε τη ζωή.

 Η αλήθεια είναι ότι ήμουνα τυχερή γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι ανοιχτό και οι γονείς μου πιστεύανε πάρα πολύ στα ανοιχτά σπίτια, ανοιχτές πόρτες, ανοιχτά παράθυρα. Έτσι πολύ συχνά τρώγαμε σε κάτι μεγάλα τραπέζια πολλοί φίλοι και συγγενείς μαζί και όλοι λέγανε ιστορίες. Ήμουν πάρα πολύ μικρή, διάβαζα δε διάβαζα ακόμη, και ανακάλυψα τη δύναμη των ιστοριών, δηλαδή ιστορίες που σε κάνανε να κλαις και να γελάς και να ονειρεύεσαι. Όταν άρχισα να μεγαλώνω λίγο, άρχισα κι εγώ να προσπαθώ να εξηγήσω τον κόσμο φτιάχνοντας ιστορίες. Τις πρώτες ιστορίες που θυμάμαι είναι πριν αρχίσω να γράφω και να διαβάζω, αλλά αυτό νομίζω συμβαίνει σε όλα τα παιδιά και σιγά σιγά άρχισα να ανακαλύπτω τον κόσμο των βιβλίων. Παθιάστηκα με τα βιβλία, υπήρξα βιβλιοφάγος κι ακόμα το απολαμβάνω καθημερινά κι ελπίζω ποτέ να μην τελειώσει αυτό. Ποιος είπε ότι ο άνθρωπος έχει μια ζωή, αλλά οι αναγνώστες έχουνε χίλιες ζωές, όσες ζωές όλοι οι ήρωές τους; Έτσι λοιπόν είχα την τύχη να αισθάνομαι ότι έχω ζήσει έρωτες, πάθη, περιπέτειες διαβάζοντας βιβλία και νομίζω πραγματικά δε θα ήμουνα η ίδια, αν δεν είχα αγαπήσει με πάθος κάποιους χάρτινους ήρωες, όπως αγάπησα φίλους και συμμαθητές κι ακόμα με πολλούς από αυτούς είμαι μαζί. Κάποιοι φίλοι που δε με διέψευσαν, ποτέ ήταν οι ήρωες που γνώρισα στην ηλικία σας. Δηλαδή δεν ξέρω αν θα ήμουνα η ίδια, αν δεν είχα μετρήσει τα άστρα δίπλα στο Μέλιο, αν δεν είχα ανακαλύψει τη καλύβα του μπάρμπα Θωμά , αν δεν είχα αγαπήσει πάρα πολύ την ποίηση στην εφηβεία μου, ίσως δεν θα ήμουνα η ίδια. Αυτό το βιβλίο ‘Τα παπούτσια με φτερά’ πραγματικά κρύβει και λίγο από αυτό που σας είπα, την αγάπη μου δηλαδή για τα βιβλία. Μιλώντας μαζί σας θα σας εξηγήσω πώς μέσα από αυτό το βιβλίο έχουνε περάσει πάρα πολλές σελίδες βιβλίων που αγάπησα. Και επειδή στη λογοτεχνία, η αρχή είναι οι λέξεις, μπορώ να πω ότι σε αυτό το βιβλίο έχουμε δύο σημεία. Στην πιο ψηλή μορφή της οι λέξεις, η πιο ψηλή μορφή τους, η ποίηση δηλαδή, που είναι ο τίτλος του κάθε κεφαλαίου και από την άλλη μεριά οι άλλες γλώσσες, οι άλλες λέξεις που χάνονται, γιατί σίγουρα θα το έχετε συζητήσει ότι κάθε δύο εβδομάδες χάνεται μια γλώσσα στον κόσμο. Λοιπόν αυτές ήταν οι δύο αφορμές, για να ξεκινήσω να γράφω αυτό το βιβλίο.

 

Τσιριγώτης Αλέξανδρος : - Καλησπέρα, ονομάζομαι Τσιριγώτης Αλέξανδρος και αρχικά θέλω να σας πω ότι είμαι πολύ ενθουσιασμένος από το βιβλίο, μου άρεσε πάρα πολύ, πιο πολύ μου άρεσε η Ρόζα. Υπήρξε όμως κάποιο σημαντικό γεγονός, το οποίο σας παρακίνησε να ξεκινήσετε να γράφετε βιβλία;

Μαρία Παπαγιάννη :  - Θα πιάσω το νήμα αυτών που ήδη είπα, δηλαδή ότι μεγάλωσα σε μια οικογένεια που είχανε σε μεγάλη εκτίμηση τα βιβλία και τις ιστορίες, τις προφορικές ιστορίες. Είχα την τύχη να ακούσω πολλές ιστορίες, όταν ήμουνα μικρή . Νομίζω ότι, αν θυμάμαι καλά , στην οικογένειά μου υπήρχαν πολύ ωραίοι αφηγητές, έως υπερβολικοί κάποιες φορές. Θυμάμαι, όταν ήμουνα πολύ μικρούλα, τον μπαμπά μου να γυρνάει τα βράδια και να μου λέει για πολλά θαυμαστά πράγματα που συνέβαιναν στη μικρή μας πόλη, τη Λάρισα, όπου μεγάλωνα εγώ. Έτσι λοιπόν μεγάλωσα πιστεύοντας ότι πολλά θαύματα γίνονται στη κάθε μέρα. Όταν άρχισα να επισκέπτομαι σπίτια συμμαθητών μου, να βλέπω, να γνωρίζω κόσμο, ανακάλυψα ότι ο μπαμπάς μου ίσως να ήταν λίγο υπερβολικός.. Αλλά μετά σιγά σιγά ανακάλυψα αυτό που λέει και ο Άρης στην κόρη του, ότι τα μάτια μας είναι καθρέφτες. Έτσι λοιπόν ήμουνα τυχερή και μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που με έκανε να βλέπω την καθημερινότητά μου σαν ένα μικρό θαύμα, ή μάλλον πολλά μικρά θαύματα μέσα στην καθημερινότητα μου.

 Οι ιστορίες λοιπόν ήταν ο τρόπος μου να βλέπω τον κόσμο από πολύ μικρή. Ό,τι δεν καταλάβαινα, έφτιαχνα μια ιστορία γι’ αυτό, και για τα στενόχωρα και για τα ευχάριστα, ίσως πιο πολλές φορές, όταν πονούσα και όταν λυπόμουνα. Έτσι λοιπόν ο τρόπος μου να εξηγήσω τον κόσμο ή να χωρέσω μέσα στον κόσμο υπήρξαν οι ιστορίες και σίγουρα, αν πρέπει να εξομολογηθώ το πρώτο πρώτο βήμα από τότε που ξεκίνησαν όλα, είναι η ανάγνωση. Η ανάγνωση νομίζω είναι η αρχή. Δε θα μπορούσα ίσως να τα βλέπω τα πράγματα έτσι, αν δεν είχα αγαπήσει πάρα πολύ τα βιβλία.. Αγάπησα λοιπόν τα βιβλία, τις προφορικές ιστορίες, πίστεψα στη δύναμη των ιστοριών και έτσι έγινε αυτός ο τρόπος μου, για να βλέπω τα πράγματα και προέκυψε ως φυσική εξέλιξη το γράψιμο των ιστοριών. Από μικρή όμως έγραφα, δε σημαίνει ότι έγραφα πράγματα που θα είχε ενδιαφέρον κάποιος άλλος να τα διαβάσει, αλλά από μικρή σκαρφιζόμουν ιστορίες.

Τσιριγώτης Αλέξανδρος  :  -Είχατε φανταστεί τον εαυτό σας ως συγγραφέα σαν παιδί;

Μαρία Παπαγιάννη :   - Όταν με καλούνε στα δημοτικά , ειδικά α΄ δημοτικού , νήπια, β΄ δημοτικού,  λέω μια  ιστορία, Αλέξανδρε, ότι κάποτε είχα ακούσει τους γονείς μου να λένε ότι υπάρχει μια νύχτα του χρόνου που βγαίνεις έξω και κάνεις μια ευχή και, αν το θες πολύ, η ευχή γίνεται πραγματικότητα. Τους λέω λοιπόν ότι κάποτε είχα ευχηθεί να έχω μια φίλη. Αυτή η φίλη ήταν μια πασχαλίτσα, είναι διάσημη στα δημοτικά που πηγαίνω, γιατί τη λένε «Πες πες». Όλη τη μέρα μου έλεγε ιστορίες και αναγκαζόμουνα κι εγώ να λέω ιστορίες . Νομίζω ότι εκείνο το βράδυ, ευχήθηκα να γίνω συγγραφέας και να έχουν κι άλλοι ενδιαφέρον για τις ιστορίες που θα φτιάχνω. Ναι, ήθελα πάρα πολύ να είμαι, αλλά είχα τέτοιο δέος και σεβασμό για τα βιβλία που ίσως θεωρούσα ότι είναι άπιαστο όνειρο το να γίνω και για πολλά χρόνια γέμιζα τα συρτάρια μου, τις τσάντες μου. Δεν είχα υπολογιστή τα πρώτα μου τα χρόνια που έγραφα και, όταν μετακόμιζα από το ένα σπίτι στο άλλο και μετέφερα μαζί μου και τις ιστορίες σε χαρτάκια, κάποια στιγμή ο άντρας μου είπε ότι δε θα κάνουμε άλλη μετακόμιση με κούτες με χαρτάκια, αν δεν στείλεις την ιστορία σε εκδότη. Κι έτσι λοιπόν έγινε η αρχή. Νομίζω λοιπόν όμως ότι φόρτωνα, φόρτωνα ιστορίες και ευχόμουνα, αλλά δεν τολμούσα να το ονειρευτώ. Όταν έβαλα «Παπούτσια με φτερά» και πίστεψα θέλω να πω σε αυτό που ήθελα να κάνω, έστειλα την πρώτη μου ιστορία σε εκδότη.

 

Τσιριγώτης Αλέξανδρος:  Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο πετυχημένο σας βιβλίο;

Μαρία Παπαγιάννη : Κοίτα, υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Θα σκεφτώ πιο πονηρά για να σου απαντήσω γιατί η μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι «Το δέντρο το Μονάχο» πήρε και το Κρατικό. Άρα λοιπόν μπορεί να είναι αυτή μια ιστορία που αγαπήθηκε πάρα πολύ, αλλά την αγάπησα κι εγώ πάρα πολύ. «Το δέντρο το μονάχο» είναι μια ιστορία που αγαπώ πάρα πολύ, «Τα παπούτσια με φτερά» είναι μια ιστορία που αγαπώ πολύ και τα «Χρυσά κουπιά», που είναι το τελευταίο μου βιβλίο. Λοιπόν, είναι βιβλία που με συντρόφευσαν πολλά χρόνια, τα μυθιστορήματα - όχι ότι δεν αγαπώ τις μικρές μου ιστορίες- αλλά τα μυθιστορήματα είναι βιβλία για τα οποία δίνω πολλά χρόνια μάχη με τις λέξεις, για να καταλήξω στη φόρμα ενός βιβλίου. Οπότε με συντροφεύουν πολλά χρόνια και γι’ αυτό δένομαι πολύ με τους ήρωές τους. Εάν μου επιτρέπεις λοιπόν, θα έλεγα και τα τρία. «Το δέντρο το Μονάχο», «Παπούτσια με φτερά» και «Χρυσά κουπιά».

 

Φτούλης Σταμάτης: - Ήθελα να σας ρωτήσω σχετικά με τις διαδικασίες για να εκδώσει κανείς ένα βιβλίο. Δηλαδή, τότε που το γράψατε, αν εργαστήκατε με κάποιον και πώς το εκδώσατε;

Μαρία Παπαγιάννη : -Τα διαδικαστικά ενός βιβλίου. Να συνεχίσω από εκεί που σταμάτησα με τον Αλέξανδρο. Όταν λοιπόν αποφάσισα και τόλμησα έκανα το πρώτο βήμα για την έκδοση που σημαίνει ότι πήρα τα κουτιά με τις ιστορίες από τα συρτάρια και αποφάσισα να τα αδειάσω και να διαλέξω την ιστορία που με εκπροσωπούσε περισσότερο. Έτσι ξεκίνησε η επαφή με τον εκδότη, αυτόν τον εκδότη που έβγαλε και τα «Παπούτσια με φτερά» και έχει βγάλει όλα μου τα βιβλία σχεδόν, τον Πατάκη, κι έστειλα λοιπόν δυο ιστορίες μου, επέλεξε μια ιστορία και βγήκε τότε, το 2001 η πρώτη μου ιστορία. Κοίταξε, τώρα που το σκέφτομαι είμαστε είκοσι χρόνια απ’ το πρώτο βιβλίο που βγήκε.

Λοιπόν η διαδικασία πάντα είναι η ίδια. Προσέχω πάρα πολύ την ιστορία που θα επιλέξω, εάν είναι έτοιμη, για να τη στείλω σε εκδότη. Όμως πριν, για πολύ καιρό γράφω και γεμίζω σελίδες με λέξεις που δε φυτρώνουν όλες, από την κάθε ημέρα και γεμίζω τις τσέπες μου να σου πω έτσι. Δεν θα φυτρώσουν όλες. Θα ακολουθήσω αυτή που θα φυτρώσει και τότε θα τη ζεστάνω πολύ καιρό σε μικρές σελίδες με χαρτάκι και μολύβι και σχέδια και ιδέες για τους ήρωές μου και μετά θα περάσουν στην οθόνη του υπολογιστή και αρχίζω και γράφω.

Αν υπάρχει κάποιος που το κάνουμε μαζί; Ναι, πάντα εμπιστεύομαι κάποιον πάρα πολύ, συνήθως ο άντρας μου όλα τα χρόνια ήτανε δίπλα μου. Πρέπει να πιστεύεις σε κάποιον πάρα για να του δίνεις σελίδες να διαβάζει. Ευτυχώς, εμπιστεύομαι και την εκδότριά μου. Λοιπόν, δεν είμαι κρυψίνους, δηλαδή δεν τα κρατάω μόνο για μένα. Μπορώ να εκτεθώ δηλαδή να δώσω, όταν αρχίζουν και γίνονται τα πρώτα 5-6 κεφάλαια, τα συζητάω με κάποιον, μ΄ αρέσει να στέλνω σελίδες και να μου λέει τη γνώμη του, όχι σε πολλούς , έναν συνήθως  και μετά μου παίρνει πολύ χρόνο. Δηλαδή όταν ήμουνα μικρότερη, όταν ξεκίνησα να γράφω πίστευα πάρα πολύ στην αυτόματη γραφή, δηλαδή γράφω κάτι, έχει όλο το πάθος αυτού που σκέφτομαι και δε θέλω να το χαλάσω και να το μικρύνω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα δουλεύω πάρα πολύ κάθε κείμενο, το ανακρίνω λέξη λέξη, όπως λέω εγώ και τολμώ να γράψω και να ξαναγράψω πολλές φορές μια σελίδα, αν θεωρήσω ότι δεν είναι ωραία ώσπου να μου πει εμένα κάτι, να είμαι σίγουρη. Έτσι λοιπόν, επεξεργάζομαι όχι μόνο μια φορά την ιστορία αλλά πολλές φορές το κείμενο.

Λοιπόν, μετά αρχίζει μια διαδικασία για το εξώφυλλο. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο ας πούμε που βλέπετε στο βιβλίο, όταν το είχα στείλει μου είχε κάνει κάποιος άλλος εικονογράφος το εξώφυλλο και δεν είχε ταιριάξει καθόλου στην ιδέα που είχα εγώ για το βιβλίο. Όταν το πήρε η συγκεκριμένη εικονογράφος μου λέει στείλτε μου μια περίληψη να διαβάσω και να το κάνω και της είπα αφήστε το, γιατί εγώ έχω ματώσει γι’ αυτό το βιβλίο, θέλω να ασχοληθείτε, να το διαβάσετε να σας πει κάτι και πραγματικά. Αυτό έκανε και με ευχαρίστησε πάρα πολύ το εξώφυλλο, ήταν ακριβώς αυτό που σκεφτόμουνα εγώ. Όλα αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν, που μπλέκονται λίγο με τα όνειρα και την πραγματικότητα νομίζω τα αποδίδει το εξώφυλλο. Αυτή είναι η μικρή διαδικασία της έκδοσης ενός βιβλίου.

 Αλλά να φανταστείς ότι όταν γράφω ένα βιβλίο τα παιδιά μου με κοροϊδεύουνε και μου λένε ότι λίγο «φεύγω», γιατί τους παίρνω τους ήρωες μαζί μου,  δηλαδή σε άσχετα πράγματα, ας πούμε σκέφτομαι τη Ρόζα, αν ήταν σήμερα μαζί μου εδώ, στο μπακάλικο, τι θα έκανε, τι θα έλεγε, πώς θα στεκότανε. Προσπαθώ να τους ζωντανέψω κάθε στιγμή. Όσο πιο αληθινοί είναι και όσο πιο πολλά ξέρω γι’ αυτούς, θα με δικαιώσουν. Τώρα κρατάω, Σταμάτη, και σημειώσεις πια και αν έχουμε χρόνο, βρήκα σημειώσεις μου και θα σας διαβάσω μια σελίδα ημερολογίου την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, για να δείτε λίγο τον προβληματισμό.

 

Αναστασία Ρατσεάνου : -  Ήθελα να πω ότι το βιβλίο «Παπούτσια με φτερά» μου άρεσε πάρα πολύ. Δεν έχει τύχει να διαβάσω κάποιο άλλο βιβλίο σας, αλλά το συγκεκριμένο πραγματικά με εξέπληξε. Η ερώτηση που θέλω να κάνω είναι, αν ταυτίζεστε με τους ήρωες σας ή αν έχετε ζήσει κάποια γεγονότα που περιγράφετε .

Μαρία Παπαγιάννη : Σ΄ ευχαριστώ, Αναστασία. Έτσι σαν μια κόκκινη κλωστή να συνδέει τη μία ερώτηση με την επόμενη, ωραία είναι. Οι ήρωές μου είναι φανταστικοί αλλά είμαι σε όλους τους ήρωές μου, δηλαδή πιστεύω ότι ο κάθε συγγραφέας γράφει βέβαια φανταστικές ιστορίες, αλλά όλες ξεκινάνε από την ίδια αποθήκη, τις δικές μου αποθήκες. Σε όλες μπορώ να αναγνωρίσω πράγματα και κυρίως μπορώ να αναγνωρίσω τους προβληματισμούς της εποχής που το γράφω. Δεν είμαι κάποιος από τους ήρωες του βιβλίου, αλλά ίσως να έχω «συναντηθεί» με πολλούς από αυτούς . Να σου πω όμως κάτι που είναι πολύ κοντινό στο περιβάλλον μου, στην καθημερινότητά μου. Μια μέρα πηγαίνοντας  στον Αρδηττό, σε ένα ημιυπόγειο είδα ένα κλουβί με πολλά πουλάκια, όχι μόνο ένα, πολλά και τρόμαξα, όπως η κυρία παράξενη και θύμωσα. Κάποιος περαστικός όμως,  μου είπε ότι εδώ μένει ένας καλός άνθρωπος, που αγαπάει πολύ τα ζώα. Αυτό έγινε κάποια στιγμή και νομίζω αυτή ήταν η πρώτη εικόνα. Βέβαια και σε πολλά άλλα θέματα προσπάθησα να απαντήσω γράφοντας το βιβλίο, όμως ήταν μια εικόνα που εντυπώθηκε σε μένα, της καθημερινότητάς μου και νομίζω ότι σ΄ αυτό το βιβλίο , μπορώ να σου πω πού ακριβώς μένει η Ρόζα. Λοιπόν οι ήρωές μου είναι φτιαγμένοι με τα δικά μου υλικά. Μπορώ να αναγνωρίσω σε πολλούς κάποια πράγματα αλλά δεν είμαι εγώ, ολόκληρη. Όλοι όμως έχουν τη δικιά μου φωνή, είναι ήρωες φανταστικοί , επινοημένοι, όμως γεννημένοι μέσα από την πραγματικότητα. Αυτό θα σου έλεγα, Αναστασία μου.

« Ο λόγος που γράφω είναι γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς»

Αναστασία Ρατσεάνου : -  Ο λόγος για τον οποίο γράφετε γενικώς βιβλία είναι για να προσφέρετε κάτι στον κόσμο, επειδή σας αρέσει αυτό που κάνετε  ή κάποιος άλλος λόγος;

Μαρία Παπαγιάννη : - Αναστασία μου, ο λόγος που γράφω είναι γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, γιατί είναι ο τρόπος μου ο καθημερινός, όλο σκέφτομαι ιστορίες, Μακάρι με τις ιστορίες μου να προσφέρω κάτι. Χαίρομαι τόσο πολύ, όταν μιλάω με παιδιά. Ακόμη και για μικρά παραμύθια μου, ότι κάτι κατάλαβαν, κάτι τους βοήθησε, αυτά με κάνουν ευτυχισμένη. Όμως, εγώ θα έγραφα ούτως ή άλλως, γιατί δε γίνεται να κάνω τίποτε άλλο. Είναι ο τρόπος μου ίσως να αντέξω αυτή τη ζωή, να μπορέσω να μιλήσω, να ζήσω την κάθε μέρα, μόνο φτιάχνοντας ιστορίες . Δε θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου γι αυτό, όταν με ρωτάνε αν κάποιος βγάζει χρήματα αρκετά κάνοντας αυτή τη δουλειά, θα του έλεγα, ας κάνεις αυτή τη δουλειά αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, αν δε γίνεται να ζήσεις χωρίς αυτό. Το κάνω λοιπόν, για να μπορέσω εγώ να υπάρξω, επειδή αυτός είναι ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα γενικότερα. Πιστεύω σε μια καλύτερη κοινωνία, πιστεύω στις ουτοπίες, πιστεύω στους αγώνες και έτσι λοιπόν, αν κάποια σελίδα του βιβλίου μου είναι ένα μικρό πετραδάκι στις τσέπες ενός παιδιού, γίνομαι ευτυχισμένη.

Φασόη Κατερίνα: -  Τι είναι αυτό που κάνει μια συγγραφέα να επιλέξει την παιδική λογοτεχνία;

Μαρία Παπαγιάννη: Πιστεύω πάρα πολύ. και το επαναλαμβάνω πολύ συχνά, κάτι που είπε μια σπουδαία συγγραφέας, και μάλιστα η πρώτη γυναίκα που πήρε Νόμπελ λογοτεχνίας, η Σέλμα Λάγκερλεφ, ότι το καλό βιβλίο είναι εξίσου για μικρούς και για μεγάλους. Εγώ ξεκινάω πάντα τις ιστορίες μου από το «Μια φορά κι έναν καιρό..». Για κάποιο λόγο πάντα βλέπω την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Έχω γράψει ένα βιβλίο για ενήλικες, αλλά ήταν μάλλον η εξαίρεση. Νομίζω ότι ο λόγος που το κάνω αυτό, που μου συμβαίνει είναι γιατί μου αρέσει να βλέπω, αυτό που είπα και στην αρχή, τον κόσμο μέσα από τα μάτια των παιδιών. Τους έχω πιο πολύ εμπιστοσύνη, δηλαδή εμπιστεύομαι πάρα πολύ την αίσθηση δικαίου που έχουν τα παιδιά και το τι πιστεύουν για την τιμωρία, αλλά και για το ότι έχουνε χρέος να βρούνε τον τρόπο που θα τους βγάλει από  τον λαβύρινθο. Έτσι λοιπόν, με έναν τρόπο οι ιστορίες μου κουμπώνουν πιο πολύ στη ματιά ενός μικρού παιδιού, ίσως γιατί εγώ το σκέφτομαι έτσι. Δε θέλω να πω ότι πρέπει, ίσα ίσα πιστεύω ότι τα βιβλία πρέπει να βοηθούνε στην ενηλικίωση. Δεν είναι ότι δε μεγάλωσα , είναι ότι επιμένω , πώς τον είπατε τον τίτλο;

Μαρία Γραμματά: -  «Εφηβεία είναι, θα περάσει!»

Μαρία Παπαγιάννη : - Ναι, εφηβεία είναι, δεν θα περάσει! Με συγκινεί ο τρόπος που βλέπουν τα πράγματα οι έφηβοι, η ορμή τους, η χαρά τους, ο θυμός τους. Νομίζω ότι είναι η κανονική ηλικία, νομίζω ότι μόνο μέσα από εκεί μπορώ να βρω μια απάντηση στα δικά μου ερωτηματικά. Η αλήθεια είναι ότι όλοι μας γράφουμε για τον εαυτό μας, για πράγματα που ακόμα δεν καταλαβαίνουμε, που είναι μπλεγμένα μέσα μας και εγώ κάθε φορά, όταν ψάχνω τη λύση, την ψάχνω με ήρωα ένα παιδί. Όλοι εμείς που αγαπάμε τη λογοτεχνία, ανοίγουμε παράθυρα σε νέους αναγνώστες. Νομίζω ότι τα παιδιά πρέπει να καταλάβουνε  ότι είναι δικαίωμά τους  να τους αρέσει ένα βιβλίο ή να μην τους αρέσει. Δεν αρέσουν όλα τα βιβλία σε όλους, ούτε είμαστε μια ομάδα, όλοι έξυπνοι, όλοι ευαίσθητοι, όλοι με τους ίδιους προβληματισμούς, μπορεί να μη μας αρέσει το ίδιο βιβλίο και είναι δικαίωμα του κάθε παιδιού να πει, ‘δε μ΄ αρέσει ένα βιβλίο’,  αλλά όμως  να μην απογοητευτεί , μη θεωρεί ότι δεν του αρέσουν γενικά τα βιβλία. Θέλω να πω ότι πάντα  είναι άλλο η απόλαυση της ανάγνωσης και άλλο το πώς θα οδηγήσουμε τα παιδιά σε έναν συγγραφέα.

Έχετε δίκιο για την ειλικρίνεια των παιδιών. Όταν ήμουνα φοιτήτρια στη Φιλοσοφική στη Θεσσαλονίκη, διάβαζα Μάρκες, διάβαζα Ζέη και Σαρρή ακόμα, τα καινούργια που βγάζανε. Αγαπούσα θέλω να πω, με συνόδευε η λογοτεχνία η παιδική και τα χρόνια που μεγάλωνα και δε σταμάτησε ποτέ να με αφορά αυτή η λογοτεχνία. Ακόμα και μεγάλη, μου άρεσαν πολύ και τα βιβλία που απευθύνονταν στα παιδιά. Να σας πω κι ένα αστείο. Μετά τη βράβευση για το πρώτο βιβλίο, το «Ως διά μαγείας», έρχονται όλοι οι φίλοι, οι γνωστοί και μου λένε ‘άντε τώρα να γράψεις και για μεγάλους’. Τους φάνηκε ότι ήτανε ένα μικρό σκαλάκι, για προχωρήσω στη λογοτεχνία. Ασφαλώς είναι διαφορετικό το κοινό στο οποίο απευθύνεσαι, άλλη η ματιά που επιλέγεις, για να δεις τα πράγματα, αλλά δε θα έλεγα ότι το ένα είναι πιο σημαντικό από το άλλο.

 

Γιολάντα Καυκά : - Γεια σας, είμαι η Γιολάντα και θα ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας πόσο έχω λατρέψει το συγκεκριμένο βιβλίο σας, το οποίο μάλιστα το έχω διαβάσει και περισσότερο από δύο φορές. Το είχα διαβάσει και όταν ήμουνα πιο μικρή πρώτη φορά και η αλήθεια είναι ένα από τα βιβλία, που με έκαναν να αγαπήσω το διάβασμα. Θα ήθελα να σας  κάνω μια ερώτηση σχετικά με αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση σε αυτό το βιβλίο. Πώς σκεφτήκατε να συμπεριλάβετε στίχους ποιημάτων;

Μαρία Παπαγιάννη : - Ακριβώς όπως είπα στην αρχή, σε αυτό το βιβλίο έχω χωρέσει πολλά δικά μου πράγματα, πολλές δικές μου εμμονές. Πολλές φορές μου αρέσει να βάζω όρια και να προσπαθώ πάνω σε αυτά να βρω μια καινούργια φόρμα. Έτσι λοιπόν εκείνη την περίοδο, διαβάζοντας για τις γλώσσες που χάνονται και διαβάζοντας κείμενα πάρα πολλά για τη γλώσσα, σκέφτηκα ότι ακριβώς το αντίθετο από μια γλώσσα που πεθαίνει είναι η ποίηση που ανθίζει σε μια γλώσσα. Η ποίηση είναι η ύψιστη έκφραση νομίζω της γραφής. Να πω την αλήθεια, δεν ήξερα αν θα μπορέσω να το υποστηρίξω αυτό και να το υπηρετήσω σε όλο το βιβλίο και κάθε φορά έλεγα ότι δε δεσμεύομαι, ότι αν δω ότι δεν προχωράει , θα το εγκαταλείψω. Όμως με μεγάλη χαρά,  άλλες φορές το κείμενο μού έφερνε τον στίχο και άλλες φορές ο στίχος με βοηθούσε στο κείμενο. Λοιπόν, γι’ αυτό το έκανα και πρέπει να σας πω ότι εκτός από τους στίχους και τους ποιητές, στους οποίους αναφέρονται τα κεφάλαια του βιβλίου, υπάρχουν πάρα πολλοί ήρωες που αγάπησα, μέσα στο βιβλίο, δηλαδή ίσως αναγνωρίσατε και εσείς κάποιους μέσα στο βιβλίο, που ήτανε λογοτεχνικοί ήρωες , δηλαδή ο Βάβελ είναι ο Δον Κιχώτης, ο βοηθός του είναι ο βοηθός του Δον Κιχώτη, ο Σάντσο. Η μικρούλα Ανέλ ήταν ηρωίδα σε ένα βιβλίο που είχα διαβάσει μικρότερη, «Το παλαιοπωλείο» του Ντίκενς και εκεί η μικρή ηρωίδα πεθαίνει πάρα πολύ μικρή. Ή μετά ο Σαλαντίν, είναι βγαλμένος απ’ το έπος του Γκιλγκαμές. Σίγουρα έχει πολύ Καββαδία και πολλά και πολλά άλλα. Ένα βιβλίο είναι φανταστικό, είναι όμως αυτό που είσαι εσύ κι έτσι λοιπόν σε αυτό το βιβλίο νομίζω αποτυπώνεται ένα  μεγάλο κομμάτι δικό μου, που είναι η αγάπη μου για  τη λογοτεχνία. Την πεμπτουσία λοιπόν την έβαλα στους τίτλους, τους στίχους.

 

Σεβαστιάννα Σταμέλου: -  Το βιβλίο σας μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν γεμάτο φαντασία , με ταξίδεψε και ταυτίστηκα κιόλας με την ηρωίδα τη μικρή  Ρόζα. Το τελικό αποτέλεσμα, με βάση το βιβλίο αυτό, ήταν το αναμενόμενο, δηλαδή εξελίχτηκε έτσι όπως το περιμένατε και, αν είχατε τη δυνατότητα, θα αλλάζατε κάτι στο βιβλίο αυτό;

«Oι άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν στην ουτοπία είναι οι άνθρωποι με τους οποίους θέλω να συμπορεύομαι»

Μαρία Παπαγιάννη : -  Ωραία ερώτηση. Μετά θα σου κάνω κι εγώ μια ερώτηση. Λέω καμιά φορά, όταν τελειώνει το βιβλίο, έμαθα, γιάτρεψα τα γιατί που  ξεκίνησαν το βιβλίο; Ειδικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, νομίζω ότι κατάλαβα ότι η ποίηση κάνει τους ανθρώπους να είναι καλύτεροι και ότι σίγουρα, μιας και αποφάσισα τον ένα κόσμο να τον κάνω κόσμο επαναστατών, ότι οι άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουνε στην ουτοπία είναι οι άνθρωποι με τους οποίους θέλω να συμπορεύομαι. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε κάποιες γλώσσες και στα αγγλικά και έτσι είχα τη δυνατότητα να το ξαναδώ. Είχα σκεφτεί λοιπόν ότι, αν ξαναέγραφα το βιβλίο, ίσως να προσπαθούσα να περιορίσω την πολιτεία του βυθού.. Τελικά αποφάσισα και δεν άλλαξα τίποτα.

Εγώ πάντως έχω την αίσθηση ότι είπα ό,τι ήθελα να πω με αυτό το βιβλίο, δηλαδή εγώ το έζησα αυτό ότι κάποια στιγμή κάποιος άνθρωπος μου έβαλε ‘παπούτσια με φτερά’ και μου είπε, αν πιστέψεις στον εαυτό σου, μπορείς να χορέψεις, μπορείς να πετάξεις, μπορείς να ανεβείς βουνά, να κολυμπήσεις θάλασσες. Το πίστεψα, μου  έκανε καλό  και ήθελα μέσα από μια ιστορία, χωρίς διδακτισμό, να το δείξω στα παιδιά αυτό. Αυτό ήθελα να πω. Νομίζω όλοι στην ηλικία σας ψάχνετε τον βηματισμό σας στη ζωή, είτε έχετε προβλήματα σαν τη Ρόζα, είτε δεν έχετε. Σε αυτή την ηλικία την οποία είστε, φτιάχνετε το πάτημά σας πάνω στη ζωή, φτιάχνετε το δρόμο σας και αν ήθελα να πω κάτι, είναι ότι ανοίγονται πολλοί δρόμοι μπροστά σας και θα πρέπει πάντα έτσι να το νιώθετε και ότι το σημαντικό είναι να περπατήσετε τους δρόμους που σας κάνουν ευτυχισμένους και ότι θα είναι κρίμα από φόβο να μην περπατήσετε ένα δρόμο. Θεωρώ ότι πρέπει πάντα να αναζητούμε την ουτοπία. Αυτό που οι άλλοι λένε, ‘σιγά να μη γίνει’ θεωρώ πώς, αν χωράει το δικό σου όνειρο σε αυτό, πρέπει να προχωρήσεις. Αυτό ήθελα να πω  με αυτό το βιβλίο. Ήθελα να σε ρωτήσω κι εγώ  κάτι. Είπες ότι ταυτίστηκες σε πολλά με τη Ρόζα. Θες να μου πεις κάτι από αυτό, που σε έκανε να δεις κάτι, ένα κομμάτι από τον εαυτό σου στην ηρωίδα του βιβλίου;

 

Σεβαστιάννα Σταμέλου: - Οι προβληματισμοί της και οι φόβοι της είναι παρόμοιοι με τους δικούς μου. Έχω κι εγώ   αρκετούς και δημιουργώ πολλές φορές τους δικούς μου κόσμους, στους οποίους καταφεύγω, για να αντιμετωπίσω και τις δύσκολες καταστάσεις, στις οποίες πρέπει να αντεπεξέλθω. Μου άρεσε που η ηρωίδα αυτή βρήκε τον αντίστοιχο δικό της κόσμο, που ήτανε γεμάτος φαντασία Πιστεύω πως είναι αδύνατο να υπάρξει αυτό,  αλλά ήτανε ο δικός της τρόπος να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα με το πόδι της , ίσως και το πρόβλημα με την έλλειψη της μητέρας της . Αυτό.

Μαρία Παπαγιάννη : - Ναι, συμφωνώ απόλυτα με αυτά που μου είπες. Έτσι είναι. Ο καθένας  μας βρίσκει ένα κομμάτι που μπορεί. Αυτή είναι και η μαγεία της λογοτεχνίας, να μιλάς για έναν άνθρωπο και να μιλάς για όλους τους ανθρώπους. Νομίζω ότι αυτό είναι το διαχρονικά καλό βιβλίο. Τα βιβλία που ενώ περνάνε τα χρόνια, οι ήρωές τους πάντα μας ψιθυρίζουν κάτι από την ουσία της ζωής. Δηλαδή ο συγγραφέας πρέπει να βρει εκείνο το ρυθμό, εκείνο το τραγούδι που θα κάνει μια ιστορία καθημερινή να αφορά πάρα πολύ κόσμο. Και έτσι λοιπόν το βιβλίο που συνεχίζει τη διαδρομή του για πολλά χρόνια, προσεγγίζοντας μικρούς και μεγάλους αναγνώστες, όπως με εσάς σε αυτή τη λέσχη ανάγνωσης.

 

Δήμητρα Ζαχαριάδη: - Κατ΄ αρχάς ήθελα να πω λίγα λόγια για την εντύπωσή μου από το βιβλίο. Θέλω να πω πως είμαι αυστηρός κριτής , είμαι δύσκολη αναγνώστρια και επιλέγω προσωπικά τα βιβλία και τα «Παπούτσια με φτερά» τα διάλεξα μόνη μου, σε μια έκθεση, αν δεν κάνω λάθος, και ήξερα ήδη από το εξώφυλλο ότι θα μου αρέσει πολύ .

Μαρία Παπαγιάννη : - Πόσο χρονών ήσουν Δήμητρα, όταν το διάλεξες;

Δήμητρα Ζαχαριάδη: -  Αν δεν κάνω λάθος ήταν πρόπερσι ή πέρσι. Γιατί, βασικά πιστεύω πως σε αυτή την ηλικία κυρίως τα βιβλία που διαβάζουμε προσθέτουν κάτι στο χαρακτήρα μας και γενικά στον τρόπο σκέψης και τα «Παπούτσια με φτερά» άλλαξαν λίγο τον τρόπο σκέψης μου και πρόσθεσαν κάτι στο χαρακτήρα μου. Μόλις ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο, είχατε στο μυαλό σας την ιστορία ολοκληρωμένη, δηλαδή με αρχή, μέση και τέλος ή κάποιο σημείο ή σας δυσκόλεψε ή σας βγήκε φυσικά εκείνη τη στιγμή;

 Μαρία Παπαγιάννη : - Δεν είχα την ιστορία ολόκληρη στο μυαλό μου και να σας πω την αλήθεια, να σας εκμυστηρευτώ , δεν την έχω ποτέ ολόκληρη την ιστορία. Υπάρχουν συγγραφείς που ξέρουνε από την αρχή που προσεγγίζουνε ένα θέμα  ποιο είναι το πράγμα που θέλουν να πουν, τι γίνεται στην αρχή, στο μέσον και στο τέλος. Δεν είμαι από αυτούς τους συγγραφείς. Ξέρω τι θέλω να πω . Ξέρω γιατί γεννήθηκε το βιβλίο, ξέρω τι είναι αυτός ο λυγμός, που έχω, που πρέπει οπωσδήποτε να γράψω γι’ αυτό, γιατί αλλιώς θα έχω εγώ θέματα. Λοιπόν, σαν μια προσωπική ψυχοθεραπεία αλλά, επειδή όπως είπα και στην αρχή, η αλήθεια είναι ότι κι εγώ από μικρή βαριόμουνα και γρήγορα, δηλαδή ήθελα πάντα την έκπληξη στη ζωή μου, ήθελα να μην ξέρω τι θα γίνει στην επόμενη γωνία. Αυτό το έχω διατηρήσει και σε αυτό το ταξίδι. Θέλω κάθε φορά να με οδηγούν οι ήρωες στην ιστορία αυτή. Έτσι λοιπόν πολλές φορές πολλά μπορούν να με εντυπωσιάσουν και αυτό μ΄ αρέσει πάρα πάρα πολύ, γιατί θέλω να περνάω καλά, είναι η ζωή μου αυτό που κάνω. Κάποιες φορές μένω κι εγώ με τα μάτια ανοικτά, γιατί η εξέλιξη της ιστορίας με εντυπωσιάζει ή με τρομάζει ή με κάνει να ξανασκεφτώ όλη την ιστορία και να δω πώς θα πάει. Έτσι λοιπόν, για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι τόσο πολύ επιμελής, ώστε από την αρχή ως το τέλος να σκέφτομαι όλη την ιστορία, αλλά ίσως αυτό να μην είναι έλλειψη επιμέλειας, αλλά ο τρόπος μου και το θέλω μου να προσμένω μια άλλη έκπληξη στην επόμενη στροφή. Έτσι λοιπόν, Δήμητρα, δε γράφω όλη την ιστορία, πολλές φορές αλλάζω το ρου της ιστορίας.

Θα σ’ το πω σχετικά με το βιβλίο μου το «Δέντρο το μονάχο» , που κάποια στιγμή αγάπησα τον κακό ήρωα πολύ, με συγκίνησε ο τρόπος που μου ψιθύρισε στο αυτί, γιατί κάνει αυτά που κάνει κι έτσι λοιπόν ξανάγραψα το βιβλίο δίνοντάς του τη δυνατότητα να απολογηθεί γι’ αυτά που είχε κάνει και να μπορέσει να αλλάξει διαδρομή. Λοιπόν, και στα «Παπούτσια με φτερά» , κάθε σελίδα, με πήγαινε πιο κοντά στην ιστορία και στο τέλος, στη λύση της αλλά δεν ήξερα τίποτα. Θα έλεγα ψέματα ότι ξέρω από την αρχή ως το τέλος τι κάνω. Και κάτι άλλο.  Εγώ δε ζωγραφίζω καθόλου, είμαι πάρα πολύ κακή στη ζωγραφική και στο σχέδιο. Σε αυτό το βιβλίο πρώτη φορά πήρα χαρτί και μολύβι και προσπαθούσα να φτιάξω τους κόσμους σε μικρά σχέδια, είχα ανάγκη δηλαδή να καταλάβω ακριβώς τον χώρο, όπως ήτανε. Επίσης, ήταν ένα βιβλίο που με συνόδευε αρκετά χρόνια και γι’ αυτό, όπως σας είπα, έχω κρατήσει ημερολόγιο συγγραφής, γιατί έγραφα κάτι, γιατί δεν έγραφα. Θα μου επιτρέπεις, Δήμητρα, να διαβάσω ένα απόσπασμα από το ημερολόγιό μου εκείνης της εποχής που βρήκα σήμερα;

 

Δήμητρα Ζαχαριάδη:  - Ναι, ναι φυσικά.

ΠΑΠΑ2.jpg

Μαρία Παπαγιάννη : - Θα σου εξηγήσω κιόλας να δεις πώς έχει. Έχω αρχίσει πλέον καιρό και γράφω το βιβλίο και το σκέφτομαι, το “ζεσταίνω”: «27 Μαΐου, Έγινα 50. (Ήταν η μέρα των γενεθλίων μου.) Μαρία, μη σε πιάνει πανικός. Είμαι εδώ που πάντα ήθελα να είμαι, στην αρχή μιας ιστορίας, στην αρχή της ιστορίας μου κι έχω πλέον ξεκολλήσει, το βιβλίο έχει πλέον αποκτήσει σκελετό και νόημα . Βρήκα επιτέλους τον άλλο κόσμο. Δε θα είναι οι εφτά κοιλάδες ( άρα σκεφτόμουν κάτι άλλο πριν ) αλλά μια πολιτεία βυθού. Γιατί όμως; Σκέφτομαι γιατί το νερό είναι όπως η ποίηση . Η σκέψη χρειάζεται τη γλώσσα για να εκφραστεί, όπως το ποτάμι χρειάζεται την κοίτη του. Με παρέσυρε λοιπόν και με κέρδισε τελικά αυτό που πολλές φορές  είχα σημειώσει ότι κάθε βδομάδα χάνεται μια γλώσσα, μια διάλεκτος . Αφού το μυθιστόρημα έχει να κάνει με την ποίηση τότε συνδυάζεται τέλεια στην άλλη πολιτεία να υπάρχουν κάποιοι φύλακες των διαλέκτων. Εχθροί θα είναι οι γλωσσοκτόνοι. Θα θέλουν να εξαφανίσουν όλες τις γλώσσες για να δουλεύουν οι άνθρωποι σαν σκλάβο . Έχει πλάκα όπως προχωράει, ως τώρα δε διαψεύστηκα από την ιδέα να βρίσκω για κάθε κεφάλαιο ένα ποίημα, που θα είναι συνοδηγός, θα είναι και ο τίτλος που θα υπάρχει ένας στίχος μέσα στο κείμενο δεμένος τόσο σφιχτά που δε θα αναγνωρίζεται. Πώς το λέει κάτι που είχα διαβάσει, ο Σινόπουλος και το αγαπάω, ¨Δεν υπάρχουνε ελεύθερες λέξεις, όλες οι λέξεις γίνονται ένοχες, συνένοχες , καταπιέζοντας η μια την άλλη , συμπαρασύροντας η μια την άλλη για να βγει επιτέλους αυτό που προσπαθείς να πεις’.

 

Μαρία Παπαγιάννη: - Πολύ συχνά με ρωτάνε τι συμβουλή έχετε να δώσετε σε έναν νέο συγγραφέα. Πρώτον να μην υπάρχει διδακτισμός. Κι ακόμα εάν έπρεπε να πω κάτι  σε κάποιο νέο παιδί που θα ήθελε να γίνει συγγραφέας, θα μπορούσα μόνο να πω, διάβαζε, η ανάγνωση είναι το πρώτο βήμα. Μετά γράφεις, γράφεις, γράφεις, για να μπορέσεις να βρεις τον προσωπικό σου τρόπο αλλά ό,τι και να κάνεις, θέλει κόπο. Δεν είναι δυνατόν να γράψεις μια ιστορία στο πόδι, που λένε. Θέλει κόπο, όπως, παιδιά, θέλει κόπο τo καθετί  που θα κάνετε στη ζωή σας και γι’ αυτό είναι ωραίο να κάνετε κάτι που αγαπάτε, για να μπορείτε να το κάνετε και με το εκατό τοις εκατό της δύναμής σας. Όλα θέλουνε κόπο, προσπάθεια και προσπάθεια, γράφω, γράφω, γράφω.

 

Κατερίνα Φασόη : -  Η κατάσταση που ζούμε σας έχει δώσει ιδέα για ιστορίες; Δηλαδή θα καταγράφατε την εποχή μέσα από σε ιστορία;

Μαρία Παπαγιάννη: - Σίγουρα. Σαν ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας  είναι τώρα αυτό που ζούμε. Η εφηβεία είναι η εποχή που φτιάχνει τα υλικά των ονείρων όλης της ζωής. Χτίζουν τις αποθήκες τους παιδιά που είναι στην εφηβεία, παιδιά που είναι στο πανεπιστήμιο. Τι σημαίνει πανεπιστήμιο; Απλώς περνάω το μάθημα ή σημαίνει ότι πάω, έχω φίλους, συζητάω, μου ανοίγει ένα παράθυρο, ένα καινούργιο  βιβλίο, μια ταινία, ένα θέατρο , μια πορεία, μια κουβέντα, μια ταβέρνα, αυτή είναι η ζωή. Εγώ δεν πιστεύω ότι τα βιβλία μπορεί να αντικαταστήσουν με τίποτα τη ζωή. Στα «Χρυσά κουπιά» κάποια στιγμή, βγαίνουν τα παιδιά - είναι δυο παιδιά που είναι λίγο ερωτευμένα - από ένα βιβλιοπωλείο και τα ρωτούν:  «πού πάτε;», «έξω στη ζωή!». Αυτό δε γίνεται να αντικατασταθεί με τίποτα.

Δεν ξέρω τι ζοφερό σενάριο θα μπορούσε να με εμπνεύσει αυτή η εποχή, αλλά σίγουρα θα ήτανε πάλι ένας τρόπος να βγούμε από αυτό, γιατί η αληθινή ζωή είναι εκεί έξω και τη χάνουμε. Μην  αφήνετε αυτόν τον χρόνο να πάει χαμένος, διαβάστε, γράψτε, δείτε ταινίες πολλές, για να έχετε πολύ χρόνο μετά ελεύθερο, για να περπατήσετε, να κολυμπήσετε, να αγκαλιαστείτε, να χορέψετε, να τραγουδήσετε. Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για όλους και πιο πολύ για τα παιδιά, νομίζω.

Μαρία Γραμματά : -  Σας ευχαριστούμε θερμά. Ήσασταν ένα παράθυρο που άνοιξε και μας γέμισε κι εμάς φως, χαρά, φαντασία. Πραγματικά, η φαντασία και το όνειρο μπόλιασε τη μέρα μας και τη σκέψη μας . Είμαι σίγουρη ότι αυτή η συνάντηση έχει γράψει στην καρδιά των παιδιών και στο μυαλό τους  και σας ευχαριστούμε θερμά για την ευκαιρία αυτή.

Μαρία Παπαγιάννη:  - Κι εγώ σας ευχαριστώ, γιατί κατάλαβα από τις ερωτήσεις των παιδιών τι δουλειά γίνεται πριν, όχι μόνο για το βιβλίο μου αλλά γενικώς τι δουλειά κάνετε. Ήταν, πρέπει να σας ομολογήσω, και για μένα μια πάρα πολύ ωραία συζήτηση σε αυτές τις δύσκολες μέρες που περνάμε, με τις πολλές βουτιές  μέσα μας, τις δυσκολίες. Ήταν μια ωραία κουβέντα, τη χάρηκα πάρα πολύ και σας ευχαριστώ πολύ. Εύχομαι να διαβάσετε κι άλλο βιβλίο μου και να με καλέσετε ξανά .

Μαρία Γραμματά: -Τα «Χρυσά κουπιά», το επόμενο!

Μαρία Παπαγιάννη: - Μακάρι, μακάρι. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, να είσαστε καλά.