ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ  ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΣΤΟ ΜΑΤΙ

Κωνσταντίνος Αντωνάκος

«Το απόγευμα κατά τις πέντε κάναμε μπάνιο με τη γιαγιά. Από τη θάλασσα είδαμε ένα σύννεφο καπνού. Είπα στη γιαγιά μου ότι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου και να φύγουμε. Γυρίσαμε σπίτι. Είχε πολύ καπνό και τρέξαμε στη θάλασσα. Μετά μπήκαμε μέσα μέχρι τη μέση γιατί έπεσε φλεγόμενη μια τέντα και μας έκαιγε τα μαλλιά. Η γιαγιά δε βουτάει το κεφάλι της μέσα στη θάλασσα. Tης το έβρεχα εγώ το κεφαλάκι για να μην καεί. Οι καπνοί μας έπνιγαν. Καιγόταν ένα πεύκο έξω κι έπεσε μέσα στην παραλία. Όταν μας πήρε η θάλασσα, ήμασταν μαζί με τη γιαγιά, πριν να σουρουπώσει. Κάποια στιγμή δεν έβλεπα το κεφαλάκι της γιαγιάς. Έμεινα μόνη μου. Δεν έβλεπα τίποτα. Ακολουθούσα τη μυρωδιά του καπνού. Με βρήκαν και με μάζεψαν σε μια μικρή βάρκα και μετά σε μια μεγάλη. Δεν ξέρω πού είναι η γιαγιά. Κάποια στιγμή δεν την έβλεπα πια» .
Εγγονή της Βασιλικής Παλιούρα.
 
 
«Στις 6.40-6.45 και κυριολεκτικά 3-5 το πολύ μέτρα πριν φτάσουμε στις σκάλες που μας οδηγούσαν στην ασφάλεια της παραλίας, η μητέρα μου σκόνταψε σε μια ρίζα σε ένα πολύ στενό σημείο. Προσπάθησα να τη σηκώσω και σε βοήθειά μου γύρισε και ο σύζυγός μου, ο οποίος προηγείτο 2-3 μέτρα για να μας δείχνει τη διαδρομή. Την ώρα που προσπαθούσα να σηκώσω τη μητέρα μου, ο θάμνος και το πεύκο λαμπάδιασαν σε κλάσματα του δευτερολέπτου και η φλόγα χτύπησε τη μητέρα μου που ήταν κάτω στην αριστερή πλευρά του πεύκου. Με τον σύζυγό μου προσπαθήσαμε και τη σύραμε για 1-2 μέτρα για να την απομακρύνουμε αλλά εκείνη μάλλον είχε χάσει τις αισθήσεις της και δεν ανταποκρινόταν καθόλου. Επειδή η φωτιά είχε ήδη αρχίσει να καίει και εμένα και τον σύζυγό μου, αυτός με τράβηξε για να απομακρυνθούμε, γιατί υπήρχε πλέον θανάσιμος κίνδυνος και για εμάς. Εγώ από το γεγονός ότι μόλις είχα δει μπροστά στα μάτια μου να καίγεται η μητέρα μου και αγνοώντας πού  βρίσκονται τα παιδιά μου ήμουν σε παράκρουση και δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με το περιβάλλον».
Αγγελική Κωνσταντάκη
«Λίγα μέτρα πριν βγουν στην Ποσειδώνος, μποτιλιαρίστηκαν από τα αυτοκίνητα και η φωτιά τους είχε  πλησιάσει τόσο πολύ που είχε αρχίσει πλέον να καίει τα πάντα. Εκεί η αδερφή μου φώναξε «βγείτε έξω γιατί θα καούμε ζωντανοί». Με το που βγήκε η αδελφή μου από το αμάξι σκόνταψε και έπεσε κάτω, χάνοντας τα γυαλιά της. Την ώρα που έπεσε και στην προσπάθεια να τα βρει καίγονταν τα χέρια της. Σηκώθηκε, γιατί άρπαξαν φωτιά τα χέρια της και εκεί πριν πέσει μαύρος καπνός που δεν μπορεί κανείς να ακούσει ούτε να δει τίποτα, είδε τη μητέρα μου που είχε αρπάξει φωτιά στο πρόσωπο και στο σώμα της . Δεν μπόρεσε να δει πού είναι ο πατέρας μου και, αφού βγήκε καπνός και πύρινες γλώσσες που έζωναν στο σημείο, άρπαξε φωτιά η πλάτη της. Ακολουθήσαμε έναν κύριο σε ένα μονοπάτι προς την παραλία. Δεν υπήρχε κανένας αρμόδιος από οποιαδήποτε Υπηρεσία έκτακτης ανάγκης να κατευθύνει η να δώσει εντολές. Ύστερα η αδερφή μου ακολουθώντας τον εν λόγω κύριο έφτασε στη θάλασσα, όπου εκεί έσβησε η φωτιά πάνω στο σώμα της. »
Ελένη Πεταλά